Τεχνητά γλυκαντικά: Ο εγκέφαλος αντιδρά πιο έντονα από ό,τι στη ζάχαρη
Νέα μελέτη δείχνει ότι τα γλυκαντικά ενεργοποιούν τον εγκέφαλο διαφορετικά και πιο έντονα από τη ζάχαρη.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος «καταλαβαίνει» όταν πίνουμε ένα αναψυκτικό χωρίς ζάχαρη. Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Foods δείχνει ότι τα τεχνητά γλυκαντικά δεν γίνονται αντιληπτά από τον εγκέφαλο με τον ίδιο τρόπο όπως η κοινή ζάχαρη, ακόμη κι αν στη γλώσσα μας φαίνονται εξίσου γλυκά. Στην πραγματικότητα, φαίνεται να προκαλούν πιο έντονη ηλεκτρική δραστηριότητα, αποκαλύπτοντας μια διαφορά που δεν είναι συνειδητά αντιληπτή.
Η προτίμηση του ανθρώπου στη γλυκιά γεύση έχει βαθιές ρίζες. Σήμερα όμως, η υπερκατανάλωση ζάχαρης συνδέεται με παχυσαρκία και μεταβολικά νοσήματα. Γι’ αυτό και η βιομηχανία τροφίμων έχει στραφεί σε υποκατάστατα που υπόσχονται γεύση χωρίς θερμίδες. Ωστόσο, το τι πραγματικά «καταγράφει» ο εγκέφαλος όταν δοκιμάζουμε αυτά τα προϊόντα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, οι περισσότερες έρευνες εστίαζαν στον μεταβολισμό ή στις ορμόνες της πείνας. Λιγότερη προσοχή είχε δοθεί στην ίδια την εγκεφαλική επεξεργασία της γεύσης. Συνήθως, οι επιστήμονες ζητούν από τους συμμετέχοντες να περιγράψουν τι νιώθουν. Αυτή όμως είναι μια υποκειμενική μέθοδος, που επηρεάζεται από το λεξιλόγιο και τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός. Για να παρακάμψουν αυτό το φίλτρο, οι ερευνητές επέλεξαν να καταγράψουν απευθείας τη δραστηριότητα του εγκεφάλου.
Πώς μετρήθηκε η αντίδραση του εγκεφάλου
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Zhejiang University, όπου ομάδα επιστημόνων χρησιμοποίησε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG). Πρόκειται για μη επεμβατική μέθοδο που καταγράφει τα ηλεκτρικά σήματα του εγκεφάλου μέσω ηλεκτροδίων στο τριχωτό της κεφαλής. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει την παρακολούθηση αντιδράσεων σε κλάσματα του δευτερολέπτου, προσφέροντας μια λεπτομερή εικόνα της νευρωνικής απόκρισης.
Ποιοι συμμετείχαν στις μελέτες
Στο πείραμα έλαβαν μέρος 30 υγιείς φοιτητές ηλικίας 18 έως 30 ετών· τελικά αναλύθηκαν τα δεδομένα 28 ατόμων. Οι ερευνητές εξέτασαν δύο ερωτήματα: πώς αντιδρά ο εγκέφαλος σε διαφορετικές συγκεντρώσεις της ίδιας γλυκαντικής ουσίας και αν αντιδρά διαφορετικά σε ουσίες που είναι εξίσου γλυκές αλλά με άλλη χημική σύσταση. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε σακχαρόζη (κοινή ζάχαρη) σε τέσσερις συγκεντρώσεις, καθώς και τρία γλυκαντικά χωρίς θερμίδες: ερυθριτόλη, σουκραλόζη και στεβιοσίδη.
Τα διαλύματα των τεχνητών γλυκαντικών ρυθμίστηκαν ώστε να έχουν την ίδια αντιληπτή γλυκύτητα με διάλυμα ζάχαρης 7%. Οι συμμετέχοντες ακολουθούσαν συγκεκριμένο πρωτόκολλο: έπλεναν το στόμα τους, κρατούσαν για πέντε δευτερόλεπτα μικρή ποσότητα υγρού χωρίς να το καταπιούν και στη συνέχεια το έφτυναν. Μεταξύ των δοκιμών μεσολαβούσε διάλειμμα ώστε ο εγκέφαλος να επανέλθει σε ουδέτερη κατάσταση.
Ποια ήταν τα αποτελέσματα
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα ήταν ότι οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις ζάχαρης προκάλεσαν ισχυρότερη εγκεφαλική απόκριση από τις υψηλότερες. Αντί δηλαδή η ένταση του σήματος να αυξάνεται με περισσότερη ζάχαρη, μειωνόταν. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι πρόκειται για φαινόμενο προσαρμογής»: όταν το ερέθισμα είναι πολύ έντονο, ο εγκέφαλος μειώνει την απόκρισή του για να αποφύγει την υπερφόρτωση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά ήταν τα αποτελέσματα για τα γλυκαντικά χωρίς θερμίδες. Και οι τρεις ουσίες προκάλεσαν ισχυρότερη ηλεκτρική δραστηριότητα από τη ζάχαρη, παρότι οι συμμετέχοντες δήλωναν ότι η γεύση ήταν το ίδιο γλυκιά. Η στεβιοσίδη εμφάνισε τη μεγαλύτερη αντίδραση, ακολουθούμενη από την ερυθριτόλη, ενώ και η σουκραλόζη διαφοροποιήθηκε σαφώς από τη ζάχαρη. Ο εγκέφαλος, με άλλα λόγια, φαίνεται να ξεχωρίζει τη χημική ταυτότητα πίσω από τη γεύση.
Η ανάλυση των εγκεφαλικών κυμάτων έδειξε αυξημένη δραστηριότητα σε ζώνες που σχετίζονται με την επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών αλλά και με τη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, η χρονική εξέλιξη της αντίδρασης διέφερε: η στεβιοσίδη ενεργοποιούσε γρήγορα και παρατεταμένα τον εγκέφαλο, ενώ τα άλλα γλυκαντικά είχαν πιο σύντομη κορύφωση. Η ζάχαρη εμφάνισε πιο ήπια και βραδύτερη απόκριση.
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η αυξημένη δραστηριότητα ίσως αντικατοπτρίζει μια «ασυμφωνία»: ο εγκέφαλος λαμβάνει σήμα γλυκύτητας, το οποίο όμως δεν συνοδεύει η αναμενόμενη θερμιδική ενίσχυση. Αυτό το χάσμα μεταξύ γεύσης και ενέργειας αποτελεί αντικείμενο έντονου επιστημονικού ενδιαφέροντος, καθώς ενδέχεται να επηρεάζει το αίσθημα κορεσμού ή την επιθυμία για φαγητό.
Παρά τους περιορισμούς της μελέτης, τα ευρήματα ανοίγουν δρόμο για πιο αντικειμενικές μεθόδους αξιολόγησης τροφίμων και δείχνουν ότι, για τον εγκέφαλο, η ζάχαρη δεν είναι απλώς γλυκιά· είναι ένα πολύ συγκεκριμένο βιολογικό σήμα που τα υποκατάστατα δεν έχουν ακόμη καταφέρει να αντιγράψουν πλήρως.